«Η φιλολογία των ευχών», ογδόντα έξι χρόνια πριν

[επιμέλεια: Νατάσσα Συλλιγνάκη]

Σκαλίζοντας παλιά αρχεία στον σκληρό μου δίσκο, έπεσα πάνω σ’ ένα έγγραφο με τίτλο “φιλολογία των ευχών”. Θυμήθηκα πως είχα αντιγράψει ένα κείμενο από απόκομμα εφημερίδας για να το κάνει ποστ ο φίλος μου ο AfMarx. Πριν 10 χρόνια. Θυμήθηκα την κουβέντα που είχαμε κάνει με την αφορμή – και ακόμα δεν είχε μπει στη ζωή μας το facebook όπως σήμερα, όπου υπάρχουν “λογαριασμοί” με μοναδικές αναρτήσεις «καλημέρα-καλησπέρα-καληνύχτα». Προφανώς δεν είναι σημείο των καιρών μας, αφού πριν κι από τον Πέτρο Χάρη είχε γράψει γι’ αυτό ο Παύλος Νιρβάνας – ένα κείμενο που δεν είχαμε πριν δέκα χρόνια, μα που βρήκα τώρα, και το βρήκα θαυμάσιο. Ογδόντα έξι χρόνια πριν, λοιπόν, ο Νιρβάνας έγραφε στη Νέα Εστία για τις ανούσιες ευχές, που μόνο εκνευριστικές είναι σε όσους τις ακούνε/διαβάζουν. Εξήντα χρόνια πριν, ο Πέτρος Χάρης με αφορμή το άρθρο του Νιρβάνα υπερθεματίζει, αν και, 26 χρόνια μετά τον Νιρβάνα, και με τις συνθήκες που επικρατούσαν μετά από πόλεμο, κατοχή κι εμφύλιο, δηλώνει «Ωστόσο, βλέπω ότι, όσο κι αν προσπαθήσω, δεν θα καταφέρω να νικήσω τη συνήθεια. Κι αν όχι άλλο τίποτα, θα πω ότι κάθε Πρωτοχρονιά είμαι αισιόδοξος. Ναι, κάθε Πρωτοχρονιά επιμένω να είμαι αισιόδοξος, γιατί απλούστατα εκεί που φτάσαμε μόνο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε. Η δύσκολη αυτή ελληνική ώρα ούτε παιχνίδια λέξεων σηκώνει ούτε παραδοξολογίες επιτρέπει.»

Παραθέτω παρακάτω ολόκληρα και τα δύο κείμενα, με την ορθογραφία και τη στίξη της εποχής – μόνο το πολυτονικό άλλαξα σε μονοτονικό. Κι ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

Καλή μας χρονιά!

Η φιλολογία των ευχών
του Παύλου Νιρβάνα

Δεν εγνώρισα -κουράστηκα να το ξαναλέω- χειρότερη φιλολογία από την φιλολογία των ευχών της Πρωτοχρονιάς. Όλου του χρόνου οι ευχές, από την «καλημέρα» ως την «καληνύχτα», και από την «καλήν όρεξη» ως την «καλή διασκέδαση», είναι, βέβαια, μια κακή φιλολογία, αφού αντιπροσωπεύουν τη λατρεία της κοινοτοπίας, αλλά οι ευχές της Πρωτοχρονιάς, ως ύφος, ως περιεχόμενο, ως νόημα, ως λογική, και προπάντων ως ύφος, είναι το κορύφωμα της κακής αυτής φιλολογίας.

Με το είδος αυτό του λόγου έκανα την πρώτη μου γνωριμία, όταν μάθαινα, μικρό παιδί, τα πρώτα γράμματα. Ο δάσκαλός μου -όπως το έχω διηγηθή και στη «Γλωσσική Αυτοβιογραφία» μου- με είχε βάλει, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, να γράψω ένα ευχετήριο γράμμα στους γονείς μου. Το γράμμα αυτό στάθηκε το πρώτο μου λογοτεχνικό έργο και το χειρότερό μου. Δεν ήταν η ηλικία μου που έφταιγε γι’ αυτό. Ήταν το είδος. Αν ο δάσκαλός μου, αντί να με βάλη να γράψω ευχές στους γονείς μου, μ’ έβαζε να γράψω ένα γράμμα στη γάτα μας για τα γατάκια της, είμαι βέβαιος πως θα τόγραφα ασυγκρίτως καλύτερα. Και δε θάρχιζα τόσο άσχημα το λογοτεχνικό μου στάδιο.

Η δεύτερη γνωριμία μου με το είδος αυτό έγινε με τα πρωτοχρονιάτικα ποιήματα, που μοίραζαν τότε οι «διανομείς» των εφημερίδων, οι «οδοκαθαρισταί», οι «φωταεριοδόται» και άλλοι ελληνοπρεπέστατοι φουκαράδες, για να πάρουν το μποναμά τους. Τι ποιήματα ήσαν εκείνα, Θεέ μου! Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, και οι στίχοι τους μου ξανάρχονται, κάθε τόσο, στη μνήμη μου, όπως μας ξανάρχεται στο στόμα η γεύση ενός κακομαγειρεμένου λαδερού φαγητού. Και να συλλογίζομαι τώρα ότι, πριν διαβάσω στίχους του Σολωμού, είχα διαβάσει τους στίχους του «καπνοδοχοκαθαριστού» της γειτονιάς μου, που μου ευχόταν, μουντζουρωμένος, αλά σε καθαρεύουσα, από το ύψος του καπνοδόχου, «αίσιον και ευτυχές το νέον έτος».

Ήρθαν έπειτα οι καρτ ποστάλ, με τις τυπωμένες, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, ευχές της Πρωτοχρονιάς. Από τις κάρτες αυτές κατάλαβα πως δεν υπάρχει γλώσσα στον κόσμο που να μην μπορεί να πη κανείς μ’ αυτήν ανοησίες, και με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Κάνω μόνο μια εξαίρεση για τις ευχές τις γραμμένες σε γλώσσες, που δεν τις καταλάβαινα. Και γ’ αυτό τις προτιμούσα πάντα από όλες τις άλλες, όταν είχα να στείλω κ’ εγώ στους φίλους μου. Και, επειδή κ’ εκείνοι δεν μπορούσαν να τις διαβάσουν, φαντάζομαι ότι τις εύρισκαν πολύ πρωτότυπες και πολύ καλόγραμμένες.

Έτσι έκανα την τέλεια γνωριμία μου με την κακή αυτή φιλολογία, που εξακολουθεί να με κυνηγάει απ’ τα μικρά μου χρόνια ως σήμερα, όπως κυνηγάει, φαντάζομαι, και όλο τον άλλο κόσμο. Είναι άλλωστε η μόνη φιλολογία που δεν μπορεί να την αποφύγει κανείς. Κάθε άλλη φιλολογία μπορεί να την παραμερίση ένας άνθρωπος, να παύση να την προσέχη, να κόψη κάθε σχέση μαζί της. Αλλά πώς να κόψη κανείς τη σχέση του με την τυραννική αυτή φιλολογία; Κάθε Πρωτοχρονιά, την υποφέρουμε, θέλοντας και μη, προφορική και γραφτή. Δε βρίσκεται άνθρωπος που να μας καλημερίση τις ημέρες αυτές και να μη μας απαγγείλη τα φριχτά της στερεότυπα.

Αν μπορούσαμε τουλάχιστον να του απαγγείλουμε εμείς κάτι καλύτερο και πρωτοτυπότερο! Δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να του απαντήσουμε με τα ίδια ανούσια στερεότυπα. Και δε βρίσκεται άνθρωπος να μας γράψη τις μέρες αυτές έστω και εμπορική επιστολή, χωρίς να προσθέσει και τη σχετική φιλολογία. Αν μπορούσαμε πάλι να του απαντήσουμε με μια καλύτερη ποιότητα… Αδύνατο. Είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε κ’ εμείς μια κακή φιλολογία.

Ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου δεν μπορεί να γράψη ένα πρωτοχρονιάτικο γράμμα καλύτερα από ένα δάσκαλο της καλλιγραφίας. Στη φιλολογία αυτή ο Μπάιρον δε διαφέρει σε τίποτε από το Νικολετόπουλο. Δεν έτυχε να διαβάσω πρωτοχρονιάτικο γράμμα του Νικολετόπουλου. Διάβασα όμως κάποιο του Μπάιρον, και είμαι βέβαιος ότι ο Νικολετόπουλος δε θα ευχόταν με πολύ χειρότερο τρόπο «αίσιον και ευτυχές τον νέονέτος».

Πώς θα γλυτώσουμε λοιπόν -και θα γλυτώσουμε τάχα ποτέ;- απ’ την κακή αυτή φιλολογία; Θα πεισθούν τάχα ποτέ οι άνθρωποι ότι δεν υπάρχει πιο κωμικό και πιο άπρεπο -προ πάντων πιο άπρεπο- πράμμα από το να εύχεται κανείς τα ίδια αγαθά σε όλους τους ανθρώπους, ενώ είναι βέβαιος πως ο κόσμος δε θα γίνει ποτέ Παράδεισος, και να μοιράζη ευτυχίες, με την αξίωση να του πουν «ευχαριστώ», που δεν θα είναι στο χέρι του να τις μοιράση; Και μπορεί ποτέ να είναι ωραίο ό,τι δεν είναι αληθινό; Δυστυχώς κανένας δε θέλει να καταλάβη τόσο απλά πράμματα. Και η κακή αυτή φιλολογία εξακολουθεί χωρίς κανένα λόγο σε βάρος του κοινού νου και της αισθητικής.

Ένας τρελλός, κάποτε, κάθησε μια Πρωτοχρονιά και μοίρασε με διάφορα γράμματα φανταστικά εκατομμύρια στους φίλους του. Ένας απ’ αυτούς τον βρήκε κάποτε στο δρόμο και του είπε:

– Δεν έλαβα ακόμα το εκατομμύριο που μούκανες μποναμά.

Και ο τρελλός αποκρίθηκε πολύ γνωστικά:

– Μήπως αν σούστελνα «χρόνια πολλά» θα τα λάβαινες; Ξέρω πολλούς που τα λάβανε από φίλους των και μέσα στο χρόνο πέθαναν.

Ο τρελλός αυτός στάθηκε ο μόνος -όσο γνωρίζω τουλάχιστον- που έκανε μια φιλολογία καλής ποιότητας και τις πρωτοχρονιάτικες ευχές. Αυτός τουλάχιστον είχε ύφος.

Η φιλολογία των ευχών
του Πέτρου Χάρη

Η φιλολογία των ευχών είναι παλιά όσο σχεδόν κι ο γραπτός λόγος. Η συνήθεια την έκαμε ανάγκη. Και η επανάληψη την έρριξε στην κοινοτοπία, δηλαδή ανέκκλητα την καταδίκασε. Βουνά ολόκληρα υψώνουν τα εορταστικά κείμενα: οι στίχοι, τα διηγήματα, οι αναμνήσεις, οι σάτιρες.

Και είχε πολύ δίκιο ο Παύλος Νιρβάνας, όταν έλεγε ότι «δεν εγνώρισε χειρότερη φιλολογία από την φιλολογία των ευχών της Πρωτοχρονιάς» κι όταν εξηγούσε ότι «όλου του χρόνου οι ευχές, από την “καλημέρα” ως την “καληνύχτα” και από την “καλή όρεξη” ως την “καλή διασκέδαση”, είναι μια κακή φιλολογία, αφού αντιπροσωπεύουν τη λατρεία της κοινοτοπίας, αλλά οι ευχές της Πρωτοχρονιάς, ως περιεχόμενο, ως νόημα, ως λογική, και προπάντων ως ύφος, είναι το κορύφωμα της κακής αυτής φιλολογίας». Ωστόσο, βλέπω ότι, όσο κι αν προσπαθήσω, δεν θα καταφέρω να νικήσω τη συνήθεια. Κι αν όχι άλλο τίποτα, θα πω ότι κάθε Πρωτοχρονιά είμαι αισιόδοξος.

Ναι, κάθε Πρωτοχρονιά επιμένω να είμαι αισιόδοξος, γιατί απλούστατα εκεί που φτάσαμε μόνο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε. Η δύσκολη αυτή ελληνική ώρα ούτε παιχνίδια λέξεων σηκώνει ούτε παραδοξολογίες επιτρέπει. Όπου και να κυττάξουμε, σύννεφα βαρειά και σκοτεινά. Και όπου κι αν καταφύγουμε, σε λαούς, σε άτομα, σε αδιάλλακτα φανατισμένη σκέψη ή σε ευαίσθητη καρδιά, αγωνία θα βρούμε και με νέα αγωνία θα γεμίσουμε το στήθος μας, που είναι κιόλας τόσο πληγωμένο, τόσο κουρασμένο. Είμαστε μέσα σε τόσο αισθητό και πιεστικό κλοιό, ώστε δεν έχουμε, δεν μπορούμε πια να έχουμε αμφιβολίες, υποψίες, αμφισβητήσεις. Η ιστορική ώρα που ζούμε, δεν είναι θεωρία, δεν είναι αναμονή, δεν είναι προετοιμασία. Έγινε γεγονός. Και όλοι είμαστε μέσα σ’ αυτό το γεγονός, είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε, είτε έντονα το αισθανόμαστε, είτε αφίνουμε τους άλλους να μας το κάνουν αισθητό. Είναι το γεγονός τούτο σάρκα από τη σάρκα μας και αίμα από το αίμα μας, είναι το μεγάλο και βαρύ πλέγμα όπου μαζεύτηκαν και μπερδεύτηκαν οι ιδέες που πιστέψαμε και διαλαλήσαμε, τα προβλήματα που σιγά-σιγά ωρθώσαμε και πυκνώσαμε, η λογική και τ’ όνειρό μας, ό,τι πήδησε πια από μέσα μας και πήγε να συναντηθή και να αναμετρηθή με καθετί που είναι αντίθεση και φραγμός, που έλκει και καλεί σε σύνθεση ή σε συμπλοκή.

Όλοι μαζί θα μπορούσαμε να πλησιάσουμε σ’ αυτό το πλέγμα και ν’ αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στις ποικίλες μορφές του και καθαρά να τον ξεχωρίζουμε από τους άλλους, να καθορίζουμε τις ευθύνες μας και να απομονώνουμε μερικές πρώτες αιτίες. Ποιο όμως το κέρδος και ποια η προσγείωση στην πραγματικότητα, που κατακλύστηκε πια από πράξεις και αποστρέφεται τις θεωρίες; Ω, πόσες ηχηρές λέξεις θα μπορούσαν να βγουν απ’ αυτό το πλέγμα, απ’ αυτό το πελώριο και βαρύ κουβάρι που απελπίζει και τον πιο υπομονετικό και τον πιο αισιόδοξο; Ράτσες, θρησκείες, πολιτισμοί, συστήματα ζωής, και πόσα αισθήματα, αλήθεια, και πόσοι αγωνίζονται για να προβάλουν διαφορές και να πολλαπλασιάσουν το βαθύ μυστικό της ζωής που δεν είναι παρά ένα και μόνο! –πόσα άλλα, πόσες κραυγές και πόσες απειλές, πόσες υποσχέσεις και πόσες «εγγυήσεις» θα μπορούσαν να ξεπεταχτούν απ’ αυτό το κουβάρι και ν’ αρχίσουν πάλι να μας κυνηγούν, να βομβούν γύρω μας, να μας πολιορκούν μέρα και νύχτα!

Μα όχι! Τώρα πια πρέπει να το καταλάβουμε: δεν υπάρχει καιρός για θεωρίες. Όσος καιρός μένει ακόμα και όσος μπορεί να κερδηθή, ανήκει στη ζωή, που δεν είναι πρόθυμη για καμμιά παραχώρηση τι έχει αγριέψει όπως το κυνηγημένο ζώο που νιώθει πολύ κοντά τον κίνδυνο. Αυτή, η σημερινή ζωή, παίρνει τώρα ολόκληρα τα δικαιώματά της και ορίζει: Κάθε στιγμή κι ένας δυνατός παλμός, και κάθε μέρα, γεμάτη, ξέχειλη από δράση, από ανανέωση, από γόνιμο κέφι. Κρίσιμη, δραματική η εποχή. Πολύ σωστά, καμμιά αντίρρηση. Μα και σε καμμιά μάχη δεν επήγε ποτέ ο άνθρωπος με σκεπτικισμό. Όταν νίκησε, είχε πέσει ανάμεσα στα βόλια με όλη του τη ζωντάνια που κάνει το θαύμα. Κι όταν νικήθηκε, πάλι με την ίδια ζωντάνια ένιωθε λιγώτερο οδυνηρές τις τελευταίες ώρες του.

Κι ας μην πη κανείς πως όλ’ αυτά είναι ακόμα μια θεωρία. Είμαστε ζωντανοί και αισιόδοξοι, γιατί δεν είναι στο χέρι μας να κάνουμε τίποτ’ άλλο, γιατί φτάσαμε πια πέρ’ από θεωρίες και πέρ’ από ισχνές ελπίδες και γιατί έχουμε το θάρρος και τη δύναμη του ανθρώπου που μόνο να προχωρήσει μπορεί και μόνο να ορθώσει το ανάστημά του τού μένει. Είμαστε αισιόδοξοι από ανάγκη. Και ξέρουν πολύ καλά οι θεωρητικοί του καιρού μας πως ό,τι πηγάζει από ανάγκη είναι ακαταμάχητο και γόνιμο. Αλλά γιατί να ζητούμε τη μαρτυρία των θεωρητικών; Ο καθένας μας, μόλις εκτιμήση ολόκληρη την κρίση της μεγάλης αυτής στιγμής της Ιστορίας, θα ψάξει μέσα του και θα βρει αυτή τη γόνιμη αισιοδοξία, – τη βαθύτερη, την άγνωστη ίσως και στον ίδιον ακόμα και ακατάλυτη ζωντάνια του.

[Η φιλολογία των ευχών του Πέτρου Χάρη δημοσιεύτηκε στην 1η σελίδα της εφημερίδας «Ελευθερία» την πρώτη Ιανουαρίου του 1959, στην στήλη του «Επίκαιρες σελίδες». Παραθέτει ένα απόσπασμα από άρθρο του Παύλου Νιρβάνα με τον ίδιο τίτλο, που δημοσιεύτηκε την πρώτη Ιανουαρίου του 1933 στην «Νέα Εστία», τεύχος 145, σελ. 4-5]

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.