Ορφέας

Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.

Ν’ ακουμπήσω

Ν' ακουμπήσω, είπε αυτός (θα ξεφωνίσω, είπ' εκείνη αχ, λιγουλάκη* είπε αυτός) πλάκα έχει, είπ' εκείνη (ν' αγγίξω, είπε αυτός δηλαδή πόσο, είπ' εκείνη πολύ, είπε αυτός) γιατί όχι, είπε εκείνη (εμπρός, αρχίζουμε, είπε αυτός όχι και πάρα πολύ, είπε εκείνη τι θα πει πάρα πολύ, είπε αυτός να εκεί που είσαι τώρα είπε εκείνη) … Συνεχίστε να διαβάζετε το Ν’ ακουμπήσω.

Ο πατέρας μου

Για τους υπέροχους μπαμπάδες

Πέτρες και σκουριά

της Φωτεινής Τσάκωνα Ανάμεσα στις πέτρες το σκοτάδι Τραχιά ζωή και πίστη Τραχύς ο μόχθος των χεριών Ίσως το φως που σε τυφλώνει Μα πιο πολύ το χρώμα Μάζεψα όσα έπεσαν κάτω Δεν ήξερα Το πιο δύσκολο είναι που σκουριάζουν οι ελπίδες (αναδημοσίευση από το My Sunday afternoons)