When Cold December

Οπόταν παγωμένος Δεκέμβρης/ Τις φασαριόζικες καμπανούλες/ Στο τριανταφυλλόδεντρο πάνω/ Σε κεχριμπαρένιο φυλακτό κρυστάλλωσε –

Advertisements

Πυρσός Λαμπρός του Υπερτάτου Φαροδείκτου

«Κ’ ενώ με αυτά καταγινόμαστε εμείς οι εγκλωβισμένοι, οι φίλοι της θάλασσας και των μεγάλων ταξιδιών, λέγοντας και ξαναλέγοντας: «Απόψε πρέπει να τελειώνουμε… Απόψε… Επιτέλους!» ήρχετο, σαν αμοιβή των κόπων μας και σαν ενθάρρυνσις μαζί, ήρχετο μια πρόγευσις της περιπέτειάς μας και η φαντασία μας, ιέρεια πιστή του πόθου μας, μας πήγαινε μακριά, πέρα στις νότιες θάλασσες, σαν να φυσούσε πίσω μας ευνοϊκός ο απηλιώτης, φουσκώνοντας ακαταπαύστως τα πανιά μας, σαν φίλος μας και σύμμαχος μας.» Ανδρέας Εμπειρίκος - επιλογή της Φωτεινής Τσάκωνα

Δημιουργός

Μόνος, ολόκληρος, μοχθώ σε άπειρο καιρό μα δεν χωράω να μείνω σε μια σκέψη. Πού να το πω και ποιος να με πιστέψει.

Η άφιξη του κουτιού με τις μέλισσες

Mark Rothko και Sylvia Plath, σε επιλογή της Φωτεινής Τσάκωνα.

Εγώ είμαι, ανοίξετε

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Ορφέας

Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.

Ν’ ακουμπήσω

Ν' ακουμπήσω, είπε αυτός (θα ξεφωνίσω, είπ' εκείνη αχ, λιγουλάκη* είπε αυτός) πλάκα έχει, είπ' εκείνη (ν' αγγίξω, είπε αυτός δηλαδή πόσο, είπ' εκείνη πολύ, είπε αυτός) γιατί όχι, είπε εκείνη (εμπρός, αρχίζουμε, είπε αυτός όχι και πάρα πολύ, είπε εκείνη τι θα πει πάρα πολύ, είπε αυτός να εκεί που είσαι τώρα είπε εκείνη) … Συνεχίστε να διαβάζετε Ν’ ακουμπήσω.

Ο πατέρας μου

Για τους υπέροχους μπαμπάδες

Πέτρες και σκουριά

της Φωτεινής Τσάκωνα Ανάμεσα στις πέτρες το σκοτάδι Τραχιά ζωή και πίστη Τραχύς ο μόχθος των χεριών Ίσως το φως που σε τυφλώνει Μα πιο πολύ το χρώμα Μάζεψα όσα έπεσαν κάτω Δεν ήξερα Το πιο δύσκολο είναι που σκουριάζουν οι ελπίδες (αναδημοσίευση από το My Sunday afternoons)